προσδιορίζω

προσδιορίζω
μετ.
1) определять, устанавливать;

προσδιορίζω την ταχύτητα — определить скорость;

2) назначать, устанавливать;

προσδιορίζω τίς τιμές — определять, устанавливать цены


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "προσδιορίζω" в других словарях:

  • προσδιορίζω — προσδιορίζω, προσδιόρισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • προσδιορίζω — ΝΜΑ νεοελλ. 1. ορίζω κάτι με ακρίβεια ύστερα από έλεγχο ή έρευνα 2. καθορίζω («το υπουργείο προσδιόρισε τον κατώτατο μισθό») μσν. αρχ. (ενεργ. και μέσ.) ορίζω επιπροσθέτως αρχ. μέσ. προσδιορίζομαι ισχυρίζομαι επί πλέον («προσδιωρίζετο μηδὲν αὑτῷ… …   Dictionary of Greek

  • προσδιορίζω — προσδιόρισα, προσδιορίστηκα, προσδιορισμένος 1. ορίζω κάτι με ακρίβεια ύστερα από έλεγχο και έρευνα. 2. ορίζω, καθορίζω: Προσδιορίστηκαν οι τιμές του σιταριού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προσδιορίζῃ — προσδιορίζω define pres subj mp 2nd sg προσδιορίζω define pres ind mp 2nd sg προσδιορίζω define pres subj act 3rd sg προσδιορίζω define pres subj mp 2nd sg προσδιορίζω define pres ind mp 2nd sg προσδιορίζω define pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσδιοριζομένων — προσδιορίζω define pres part mp fem gen pl προσδιορίζω define pres part mp masc/neut gen pl προσδιορίζω define pres part mp fem gen pl προσδιορίζω define pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσδιοριζόμεθα — προσδιορίζω define pres ind mp 1st pl προσδιορίζω define pres ind mp 1st pl προσδιορίζω define imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) προσδιορίζω define imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσδιορισαμένων — προσδιορίζω define aor part mid fem gen pl προσδιορίζω define aor part mid masc/neut gen pl προσδιορίζω define aor part mid fem gen pl προσδιορίζω define aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσδιορισόμεθα — προσδιορίζω define aor subj mid 1st pl (epic) προσδιορίζω define fut ind mid 1st pl προσδιορίζω define aor subj mid 1st pl (epic) προσδιορίζω define fut ind mid 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσδιορίζει — προσδιορίζω define pres ind mp 2nd sg προσδιορίζω define pres ind act 3rd sg προσδιορίζω define pres ind mp 2nd sg προσδιορίζω define pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσδιορίζομεν — προσδιορίζω define pres ind act 1st pl προσδιορίζω define pres ind act 1st pl προσδιορίζω define imperf ind act 1st pl (homeric ionic) προσδιορίζω define imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσδιορίζον — προσδιορίζω define pres part act masc voc sg προσδιορίζω define pres part act neut nom/voc/acc sg προσδιορίζω define pres part act masc voc sg προσδιορίζω define pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»